Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Μελοποιημένη Ποίηση 

(άρθρο ηλεκτρονικής εφημερίδας: Ελευθεροτυπία)



Η ποίηση και το ελληνικό τραγούδι
Είναι συνηθισμένο φαινόμενο για όσους ασχολούνται με το ελληνικό τραγούδι, να αναπολούν τις δοξασμένες μέρες της δεκαετίας του '60, που συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας νέας κατάστασης που ανανέωσε για αρκετά χρόνια το τραγούδι μας, δημιουργώντας αρκετές διαφορετικές μουσικές τάσεις, με όλες σχεδόν να έχουν από ένα σημαντικό κομμάτι του κοινού να τις υποστηρίζει.
Ενα σημαντικό μερίδιο στην άνοδο του ελληνικού τραγουδιού είχε σίγουρα η μελοποίηση ποιημάτων από πολλούς συνθέτες της εποχής, με αρκετούς από αυτούς να χρησιμοποιούν ακόμα και ολόκληρους κύκλους ποιημάτων ελλήνων και ξένων ποιητών στα συχνά ολοκληρωμένα έργα τους.
Η τάση αυτή θα φτάσει στο αποκορύφωμά της στη δεκαετία του '70 κι έκτοτε θα συνεχίσει να υποχωρεί με γοργό ρυθμό, οδηγώντας στην απαξίωση του ελληνικού τραγουδιού, το οποίο, εκτός από την παρουσία σημαντικών συνθετών, υστερεί και από πλευράς στιχουργών.
Από το βιβλίο Τα τραγούδια των Ελλήνων (εκδόσεις Ανατολικός), που περιλαμβάνει περίπου 1.500 τραγούδια που ξεχώρισαν στη χώρα μας τα τελευταία 80 χρόνια, θα αναφέρω τα τραγούδια που έχουν χρησιμοποιήσει έργα ελλήνων και ξένων ποιητών (σε μετάφραση) και εκτός του ότι έγιναν επιτυχίες και τραγουδήθηκαν από τον κόσμο, συνέβαλαν και στη δημιουργία ενός υψηλού σε ποιότητα μουσικού αισθητηρίου.
Ποίηση Κώστα Βάρναλη ήταν Οι Μοιραίοι (1964) σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη από την Πολιτεία Β'. Εναν χρόνο αργότερα, το 1965, πάλι σε ποίηση Βάρναλη, ο Μίκης θα γράψει την Μπαλάντα του Αντρίκου, με ερμηνευτή κι εδώ τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, που τον συνοδεύουν όμως και οι Αντώνης Κλειδωνάρης και Μαρία Φαραντούρη.


ΕΛΛΑΔΟΓΡΑΦΙΑ- ΓΚΑΤΣΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

Ο Νίκος Γκάτσος είχε την ευκαιρία να συνεργαστεί και με τους δύο μεγάλους του ελληνικού τραγουδιού: Μίκη Θεοδωράκη, Είχα φυτέψει μια καρδιά, με το ψευδώνυμο Νίκος Γεωργίου (1961, από το Αρχιπέλαγος), Σε πότισα ροδόσταμο (1961, Αρχιπέλαγος) κ.ά., Μάνο Χατζιδάκι, Αερικό (1962, Νάνα Μούσχουρη), Αθήνα (1961, Νάνα Μούσχουρη, από το Ελλάς Η χώρα των ονείρων), Αρθούρε Ρεμπώ (1976, Μανώλης Μητσιάς), Ηταν καμάρι της αυγής (Λάκης Παππάς, μετάφραση από τον Ματωμένο γάμο του Λόρκα, 1965), Ησουν παιδί σαν τον Χριστό (1966, Λ. Παππάς, Μυθολογία) και δεκάδες άλλα, γράφοντας γι' αυτούς αμέτρητες επιτυχίες. Ανάλογη πορεία ακολούθησε και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο οποίος συνεργάστηκε με ευρύτερη ομάδα ελλήνων μουσικοσυνθετών, και ειδικά στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του ήταν στενά συνδεδεμένος με τα τραγούδια που έγραφε ο Σταύρος Ξαρχάκος, ενώ ένα κομμάτι από τα τραγούδια για τα οποία έγραψε στίχο ήταν μετάφραση σε ποιήματα του Λόρκα. Η πρώτη μελοποίηση του Λόρκα είχε γίνει το 1949 από τον Μάνο Χατζιδάκι και στη συνέχεια μελοποίησαν ποιήματά του συνθέτες όπως οι Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Κουρουπός, Γλέζος, Λεοντής, Μαμαγκάκης, Μαυρουδής κ.ά.




Αλλοι ξένοι ποιητές με σημαντική συμμετοχή στο ελληνικό τραγούδι είναι και οι Ν. Χικμέτ,  Μπ. Μπρεχτ, Π. Νερούντα.





Μπ. Μπρεχτ, Επιτάφιος για τη ROSA LUXEMBURG


Μάνος Χατζιδάκις  , Μπολιβάρ

Ο Οδυσσέας Ελύτης έχει σημαντική συμμετοχή σε επιτυχίες του Μίκη Θεοδωράκη με τη μελοποίηση ποιημάτων του, που έτσι περνούν, μέσα από τα τραγούδια, από γενιά σε γενιά στους νεότερους: Ενα το χελιδόνι, Της αγάπης αίματα, Της Δικαιοσύνης Ηλιε νοητέ (όλα του 1964, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, από το Αξιον Εστί), Του μικρού βοριά και Μαρίνα (και τα δύο από το 1966, Μικρές Κυκλάδες, με την Ντόρα Γιαννακοπούλου).
Ποίηση Οδυσσέα Ελύτη χρησιμοποίησαν και οι Δημήτρης Λάγιος (Ομορφη και παράξενη πατρίδα, 1982, Γιώργος Νταλάρας) και Γιάννης Μαρκόπουλος (Κάτω στης Μαργαρίτας τ'αλωνάκι, 1969, Μαρία Δημητριάδη).
Νίκο Καββαδία έχουν μελοποιήσει με επιτυχία ο Θάνος Μικρούτσικος -Ενα μαχαίρι, (Βασίλης Παπακωνσταντίνου), Ενας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί (Γιάννης Κούτρας), και τα δύο από τον Σταυρό Του Νότου (1979)-, ο Γιάννης Σπανός με την Γ'Ανθολογία, στην οποία υπάρχει και το Ιδανικός κι ανάξιος εραστής (1975, Κώστας Καράλης) και η Μαρίζα Κωχ, με το Φάτα Μοργκάνα (1977).



Ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου έχει μελοποιήσει με επιτυχία ο Μίκης Θεοδωράκης: από τη Ρωμιοσύνη (1966, Γρηγόρης Μπιθικώτσης). Στο βιβλίο με τα τραγούδια των Ελλήνων υπάρχουν τα: Οταν σφίγγουν το χέρι, Αυτά τα δένδρα, Θα σημάνουν οι καμπάνες, από τον Επιτάφιο (1960, Γρηγόρης Μπιθικώτσης) τα Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, Πού πέταξε τ' αγόρι μου, Στο παραθύρι στέκοσουν, Ησουν καλός κι ήσουν γλυκός. Από τα 18 Λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974, Γιώργος Νταλάρας), τα Εδώ το φως, Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις και Το κυκλάμινο.
Το Χριστινάκι, με την Καίτη Χωματά σε μουσική του Γιάννη Σπανού, από την Α'Ανθολογία (1967), είναι ποίημα του Βασίλη Ρώτα.


Aπολείπειν ο θεός Αντώνιον Καβάφης Πρωτοψάλτη

Ο Γιώργος Σεφέρης είναι ακόμα ένας βραβευμένος ποιητής μας, με αρκετά από τα ποιήματά του να γίνονται πετυχημένα τραγούδια. Το Κι αν ο αγέρας φυσά υπάρχει μαζί με το Πες της το μ' ενα γιουκαλίλι στην Τετραλογία του Δήμου Μούτση (1975), τραγουδισμένο από τον Μανώλη Μητσιά. Στο ίδιο άλμπουμ ο συνθέτης μελοποιεί επίσης Καβάφη, Καρυωτάκη και Ρίτσο. Το τραγούδι Στο περιγιάλι το κρυφό ως ποίημα είχε τον τίτλο Η Αρνηση. Ο Μίκης Θεοδωράκης το χρησιμοποίησε το 1961 στον κύκλο τραγουδιών που κυκλοφόρησε με τον τίτλο Επιφάνια, τραγουδισμένο από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, όπως και τα Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές και Κράτησα τη ζωή μου από τον ίδιο κύκλο.




Μαρίζα Κωχ - Το Πούσι (Νίκου Καββαδία) 1947

Το ποίημα του Γ. Σεφέρη Λίγο ακόμα μελοποίησε για πρώτη φορά ο Γιάννης Μαρκόπουλος το 1965 και το παρουσίασε σε διάφορες συναυλίες του. Τελικά, το ηχογράφησε μαζί με άλλα ποιήματα του Σεφέρη αρκετά χρόνια αργότερα, το 1973, στον κύκλο τραγουδιών που ονόμασε Τα Τραγούδια του νέου πατέρα. Το Λίγο ακόμα τραγούδησε η Μέμη Σπυράτου.
Αρκετοί ακόμα ποιητές-συγγραφείς έχουν γράψει στίχους για σημαντικά τραγούδια που ξεχώρισαν τα τελευταία 50 χρόνια, ανάμεσά τους οι Δημήτρης Χριστοδούλου, Φώντας Λάδης, Γιώργος Χρονάς, Θοδωρής Γκόνης, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Γιώργος Θέμελης, Μιχάλης Μπουρμπούλης, Μιχάλης Γκανάς, Μανόλης Αναγνωστάκης, Νότης Περγιάλης, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Κώστας Τριπολίτης κ.ά.
Το 1977 ο Γιάννης Μαρκόπουλος μελοποίησε Διονύσιο Σολωμό στο άλμπουμ του Ελεύθεροι Πολιορκημένοι.
Το 2003 κυκλοφόρησε ένας δίσκος με 19 μελοποιημένα ποιήματα του Κωστή Παλαμά γραμμένα από διάφορους γνωστούς συνθέτες, όπως οι Σταμάτης Κραουνάκης, Νίκος Ξυδάκης, Νίκος Ζούδιαρης, Φοίβος Δεληβοριάς, Κώστας Λειβαδάς, Γιώργος Ανδρέου, Λουδοβίκος των Ανωγείων, Ορφέας Περίδης, με τον γενικό τίτλο Δεν ξέρω παρά να τραγουδώ.
Η πιο πρόσφατη μελοποίηση ποιημάτων ήταν αυτή του Βασίλη Δημητρίου, που έγραψε τη μουσική για την τηλεοπτική σειρά Κ. Γ. Καρυωτάκης, στην οποία ο συνθέτης, εκτός από δύο ποιήματα του Καρυωτάκη που ερμηνεύουν οι Μανώλης Μητσιάς και Χρήστος Θηβαίος, μελοποιεί κι ένα ποίημα της Μαρίας Πολυδούρη.
Τελειώνοντας αυτήν την αναφορά σε έλληνες ποιητές των οποίων ποιήματα έχουν μελοποιηθεί από έλληνες συνθέτες και κυρίως έχουν συμπεριληφθεί στο βιβλίο Τα τραγούδια των Ελλήνων, θα πρέπει να σημειώσω ότι η πρώτη σκέψη μου ήταν να συμπεριληφθούν και ποιήματα ξένων που μελοποιήθηκαν από καλλιτέχνες του ροκ, αλλά αυτό θα αποτελέσει το αντικείμενο μιας μελλοντικής αναζήτησης.
Κι αφού ξαναζωντάνεψε τη θύμηση αυτών των υπέροχων χρόνων, με ρώτησε γιατί δεν γράφω ένα μικρό χρονικό για τον Σεμπάστιαν. «Τον γνωρίσατε όπως κανείς άλλος κι είμαι βέβαιος ότι η καρδιά σας δεν έχει ξεχάσει πολλά. Γράψτε, λοιπόν, τα λόγια του, τις χειρονομίες, τη ζωή, τη μουσική του. Οι άνθρωποι μπορεί να παραμελούν σήμερα τη μνήμη του, όμως τα πράγματα δεν θα είναι για πάντα έτσι. Το όνομά του δεν θα μείνει για πολύ στη λησμονιά και μια μέρα ολόκληρος ο κόσμος θα σας ευγνωμονεί για όσα θα έχετε προσφέρει με το έργο σας».
Αννα Μαγκνταλένα Μπαχ
«Το μικρό χρονικό της Αννας Μαγκνταλένα Μπαχ» © Εκδόσεις Νεφέλη                                                               apotis4stis6@yahoo.gr

ΔΡΟΜΟΙ ΠΑΛΙΟΙ - Μ. Αναγνωστάκης - Μ. Θεοδωράκης




Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014


Κωνσταντίνος Θεοτόκης


Πρόσωπα και θέματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα Δενδρινού Ειρήνη, «Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης σα συγγραφέας, σαν άνθρωπος»





Η σύναξη των δημοτικιστών στο κερκυραϊκό χωριό Κορακιάνα (1901).Όρθιοι από αριστερά, πρώτος ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης και τρίτος ο Λορέντζος Μαβίλης. Καθιστή στο κέντρο η ποιήτρια Ειρήνη Δενδρινού.










Η τιμή και το χρήμα ( για να διαβάσετε το εκτενές διήγημα - νουβέλα πατήστε εδώ )





Η κινηματογραφική ταινία : Η τιμή της αγάπης

Η Τιμή και το Χρήμα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη είναι ένα εκτενές διήγημα (νουβέλα) που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε συνέχειες στο περιοδικό Νουμάς από τον Αύγουστο ως το Δεκέμβριο του 1912 και εκδόθηκε αυτοτελώς το 1914. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, το έργο γράφτηκε πριν τους βαλκανικούς πολέμους, σε μια περίοδο που ο Θεοτόκης ζώντας στο Μόναχο είχε επηρεαστεί βαθύτατα από τις σοσιαλιστικές ιδέες και ανέπτυξε έντονη κοινωνική δράση. Με τα έργα αυτής της περιόδου ο Θεοτόκης προσπαθεί να δείξει ότι με το τότε υπάρχον κοινωνικό σύστημα, το χρήμα και το συμφέρον αλλοιώνει το χαρακτήρα των ανθρώπων και κατευθύνει τις πράξεις τους.




Η υπόθεση του έργου διαδραματίζεται στο Μαντούκι, μια συνοικία της Κέρκυρας και κεντρική ηρωίδα είναι η σιόρα Επιστήμη Τρινκούλαινα, μια γυναίκα του λαού, η οποία προσπαθεί μόνη της να αναθρέψει τα παιδιά της, γιατί ο σύζυγός της, είναι μέθυσος και δεν μπορεί να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια στην οικογένεια. Άλλο κεντρικό πρόσωπο είναι ο Αντρέας, ένας νέος αριστοκρατικής καταγωγής, ο οποίος προσπαθεί να ξεπληρώσει τα χρέη που του άφησε ο πατέρας του και ασχολείται με το λαθρεμπόριο ζάχαρης. Ο Αντρέας ερωτεύεται την κόρη της σιόρας Επιστήμης, τη Ρήνη, όμως δεν έχει χρήματα ώστε να την κάνει ευτυχισμένη. Ζητά λοιπόν 1000 τάλιρα προίκα από τη μητέρα της, όμως αυτή δέχεται να του δώσει μόνο 300. Στην προσπάθειά του να πείσει τη σιόρα Επιστήμη να αυξήσει την προσφορά της, παίρνει τη Ρήνη στο σπίτι του, χωρίς να την παντρευτεί. Η Ρήνη έμεινε έγκυος και μετά από αυτή την εξέλιξη η μητέρα της δέχεται να δώσει την προίκα που θέλει ο Αντρέας. Όταν όμως ο Αντρέας πηγαίνει να ανακοινώσει στη Ρήνη ότι μπορούν επιτέλους να παντρευτούν, η Ρήνη αρνείται και διαλύει το δεσμό τους, γιατί θεωρεί πως ο Αντρέας ήθελε μόνο την προίκα της και όχι την ίδια. Έχει συνειδητοποιήσει ότι η αγάπη της έγινε αντικείμενο οικονομικής συναλλαγής και είναι αποφασισμένη να πάει να εργαστεί σε άλλους τόπους και να μεγαλώσει το παιδί που θα γεννηθεί στηριζόμενη αποκλειστικά στις δυνάμεις της.



Ο Θεοτόκης στην Τιμή και το Χρήμα στηρίζει όλο το έργο πάνω στις αντιθέσεις τιμής - χρήματος και έρωτα - κοινωνικής υπόληψης. Η βασική ιδέα του έργου επαναλαμβάνεται σταθερά από τη Ρήνη και τον Αντρέα και συνοψίζεται στη φράση «Ανάθεμά τα τα τάλαρα!». Ο συγγραφέας μας περιγράφει παραστατικά τους διάφορους χαρακτήρες του έργου και ακολουθώντας την τεχνοτροπία του ρεαλισμού μας προβάλλει την κοινωνική αδικία, την διαφθορά και την εξάρτηση των ανθρώπων από το χρήμα. Το ύφος της νουβέλας είναι φυσικό και λιτό και η γλώσσα του είναι η δημοτική του απλού λαού ανάμεικτη με αρκετά κερκυραϊκά ιδιωματικά στοιχεία.

http://www.e-alexandria.gr/bookby.asp?ID=24&BID=18

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η γραφική όψη μιας παλαιότερης εποχής όσο και η νοσηρή όψη μιας διεφθαρμένης κοινωνίας.

Ο κοινωνικός βίος διαφαίνεται μέσα από τις συζητήσεις των εργατών στην ταβέρνα με τα τραγούδια της αγάπης και του πόνου της απλής ζωής, τα αγνά ειδύλλια, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και τις κυριακάτικες συναντήσεις των γυναικών με τις αναφορές στις απλές καθημερινές έγνοιες

Παράλληλα αναδύεται η άλλη όψη με την πολιτική διαφθορά, την ύπαρξη κοινωνικών τάξεων, την άνιση κατανομή του πλούτου, την καταφυγή στην παρανομία και την ηθική διαφθορά, τη χρησιμοποίηση των προσωπικών διασυνδέσεων με σκοπό την εκμετάλλευση της πολιτικής κατάστασης και το κυνήγι του κέρδους.



ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Μέσα στο έργο Η Τιμή και το Χρήμα διαφαίνεται έντονα η ψυχογραφική ικανότητα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη ως συγγραφέα που πλάθει ακέραιους τους χαρακτήρες του έργου του. Τα πρόσωπα παρουσιάζονται με δυναμικό τρόπο μέσα από τη συμπεριφορά τους, τις πράξεις τους, τα λόγια και τις σκέψεις τους, με αποτέλεσμα οι χαρακτήρες του έργου να διαγράφονται ανάγλυφα, καθώς εξελίσσεται η ιστορία. Παρουσιάζονται ζωντανά, πειστικά και αυθύπαρκτα τα πρόσωπα, με καθαρό το περίγραμμα και τις ιδιομορφίες της ιδιοσυγκρασίας τους. Ο συγγραφέας, πιστός στις αρχές της νατουραλιστικής τεχνοτροπίας, διεισδύει στις ψυχές των ηρώων του και περιγράφει λεπτομερειακά τις αντιδράσεις τους.

Γενικά μπορεί να διατυπωθεί ότι τα πρόσωπα του έργου παρουσιάζονται ως μοιραία θύματα των περιστάσεων και ενός άδικου κοινωνικού συστήματος. Είναι υποταγμένα στις απαιτήσεις μιας πλοκής που εξαρτά τη μοίρα τους από το κοινωνικό σύστημα και τη διάρθρωση της κοινωνίας. Οι ίδιοι δε φαίνεται να έχουν προσωπική ευθύνη για τη δυστυχία τους. Τα βασικά πρόσωπα είναι οι δύο γυναίκες και ολόκληρο το έργο αποτελεί έναν ύμνο στην αποφασιστικότητα, την αγωνιστικότητα και το ήθος τους. Τα αντρικά πρόσωπα απεικονίζονται ανίκανα να σπάσουν τα δεσμά τους , αφού είναι παραδομένα είτε στις ανθρώπινες αδυναμίες είτε στις κοινωνικές προκαταλήψεις.

I. Η σιόρα Επιστήμη είναι ένας γνώριμος τύπος στην πεζογραφία της εποχής. Είναι μια γυναίκα που έχει επωμιστεί όλες τις ευθύνες της διακυβέρνησης της οικογένειάς της, αφού ο άντρας της παρουσιάζεται ανίκανος και άσωτος. Οδηγημένη από την ανάγκη, ανέπτυξε ένα υπολογιστικό χαρακτήρα με κέντρο της συνείδησής της το χρήμα. Η σπουδαιότερη έγνοιά της είναι τα οικονομικά της οικογένειάς της. Διαχειρίζεται με ικανότητα τα οικονομικά, αποταμιεύει χρήματα για την αποκατάσταση των παιδιών της, αρνείται να ξεφύγει από τον προγραμματισμό που η ίδια έχει κάνει και ελέγχει πλήρως το οικογενειακό ταμείο. Παρουσιάζεται ως μια γυναίκα δυναμική και αυταρχική, που εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία για να αυξήσει τα έσοδά της, αποφεύγοντας ή περιορίζοντας στο ελάχιστο κάθε δαπάνη. Είναι άξια, προκομμένη και υπεύθυνη, αφού εργάζεται με όλες τις δυνάμεις της και αφιερώνει τη ζωή της στην προσφορά προς την οικογένειά της. Χαρακτηρίζεται από ψυχραιμία και ετοιμότητα ιδιαίτερα όταν οι λαθρέμποροι τής προτείνουν να συνεργαστεί μαζί τους. Παρουσιάζεται δίκαιη απέναντι στα παιδιά της, γιατί δε θέλει να αδικήσει κανένα όσον αφορά την οικονομική αποκατάστασή τους στο μέλλον.

Απέναντι στο θέμα των δύο αξιών (τιμή και χρήμα), που πραγματεύεται το έργο, φαίνεται να παρουσιάζει μια συμπεριφορά που μπορεί να χαρακτηριστεί αντιφατική. Η τιμή για αυτήν παίρνει αρχικά τη μορφή της προσφοράς των οικονομικών πόρων στην οικογένειά της, της εξασφάλισης των παιδιών της και της προστασίας της τιμής της κόρης της. Στη συνέχεια παίρνει τη μορφή της αποκατάστασης της προσβεβλημένης τιμής της Ρήνης, που στο τέλος γίνεται ακόμα και με παρέκκλιση από τον οικονομικό προγραμματισμό της. Σ’ όλο το έργο η σιόρα Επιστήμη δίνει μεγάλη αξία στο χρήμα, που αποτελεί το σκοπό της ζωής της, γι’ αυτό και συνεργάζεται με τους λαθρέμπορους. Παράλληλα όμως αναγνωρίζει την αξία της τίμιας και επίπονης εργασίας ως μέσου αντιμετώπισης των αναγκών της ζωής.

II. Ο Αντρέας είναι το άτομο που εκμεταλλεύεται όλες τις δυνατότητες που του παρέχει η παρασιτική κοινωνία της εποχής και η κομματική προστασία, για να κερδίσει χρήματα. Απώτερος του σκοπός φαίνεται να είναι η αποκατάσταση της οικονομικής κατάστασης και του ονόματος της οικογένειάς του. Παρουσιάζεται να έχει σταθερά συναισθήματα, αλλά η συμπεριφορά του παρουσιάζει διακυμάνσεις και πολλές φορές είναι αντίθετη με τα συναισθήματά του. Ίσως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι δέχεται ταυτόχρονα πιέσεις από την αριστοκρατική του τιμή και την ανάγκη του χρήματος, όταν θα πρέπει να χειριστεί ζητήματα της καρδιάς. Αποτέλεσμα είναι να παραπαίει ανάμεσα σε δυο στάσεις ζωής.

Γενικά θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι κατά την εξέλιξη του έργου ο Αντρέας παρουσιάζει αντιφατική συμπεριφορά. Υπόσχεται γάμο στη Ρήνη και τη μάνα της αλλά αθετεί την υπόσχεσή του στη συνέχεια. Ζητάει επίμονα μεγάλο χρηματικό ποσό, παζαρεύοντας την αγάπη του μέσα από στυγνούς εκβιασμούς αλλά, όταν η Ρήνη τον ακολουθεί στο σπίτι του, δεν προβάλλει οικονομικές απαιτήσεις. Κυνηγάει το εύκολο κέρδος αλλά τελικά αποφασίζει να δουλέψει. Αρνείται να παντρευτεί την πλούσια κοπέλα που θα του εξασφαλίσει την οικονομική ευημερία και παίρνει τη Ρήνη στο σπίτι του, για να μην την παντρευτεί άλλος. Την εκθέτει με την εγκυμοσύνη της αλλά, αφού εξασφαλίσει την προίκα που ζητά, τρέχει κοντά της ευτυχισμένος.

Ο Αντρέας είναι ένας ερωτευμένος νέος με έντιμες προθέσεις, ο οποίος γίνεται ανεύθυνος, αδύναμος, αναποφάσιστος, υστερόβουλος και ιδιοτελής. Προδίδει την αγάπη του, για να αποκτήσει χρήματα και να διατηρήσει την τιμή της κοινωνικής του θέσης.

III. Η Ρήνη αποτελεί το νέο ήθος, που είναι ξεκάθαρα ανώτερο και προωθημένο για την εποχή της. Η Ρήνη είναι μια κοπέλα με αγνά συναισθήματα, ανιδιοτελής, εργατική, τολμηρή, αποφασιστική και με αυτοπεποίθηση. Απαιτεί από τους άλλους εντιμότητα, ειλικρίνεια, κατανόηση και σεβασμό. Είναι μια αγνή μορφή στο έργο, που γίνεται το θύμα τόσο της τιμής των άλλων όσο και του χρήματος. Η ίδια δίνει αξία μόνο στην αληθινή αγάπη και υπηρετεί στο τέλος με κάθε τίμημα την αξία της αξιοπρέπειας. Για χάρη της αγάπης παραβιάζει όλους τους κώδικες τιμής που της επιβάλλουν οι κοινωνικές συνθήκες και για χάρη της αξιοπρέπειας αρνείται να καταδεχτεί τη συμφεροντολογική αγάπη και το συμβιβασμό της κοινωνικής αποκατάστασης.

Το μεγαλείο του χαρακτήρα της βρίσκεται ακριβώς στο ότι προτίμησε την κατακραυγή της κοινωνίας και τη δυστυχία από μιαν αγάπη που στηρίζεται στο χρήμα και την ιδιοτέλεια. Αφού θα είναι μια αστεφάνωτη μητέρα, θα έχει να αντιμετωπίσει ανείπωτες δυσκολίες αλλά αποφασίζει να το κάνει, φανερώνοντας τον ακέραιο χαρακτήρα της, τη δύναμη της ψυχής και της θέλησής της. Με ισχυρή θέληση καταφέρνει να σπάσει τον ασφυκτικό κλοιό των συνθηκών και του περιβάλλοντος και προτείνει μια διαφορετική από τα καθιερωμένα στάση. Μέσα από τη δοκιμασία της αγάπης της συνειδητοποιείται και οδηγείται σε μια εσωτερική απελευθέρωση, πραγματοποιώντας τη δική της ψυχική επανάσταση. Πραγματοποιεί μια νίκη σε καθαρά ηθικό πεδίο, μια νίκη της γυναικείας αξιοπρέπειας σε προσωπικό επίπεδο και προβάλλει το δικό της ηθικό ανάστημα απέναντι στον κοινωνικό περίγυρο, οδηγούμενη σε μια προσωπική πορεία υπέρβασης και ανόδου.

IV. Ο πατέρας Τρίνκουλος είναι μια αντρική παρουσία που βρίσκεται στο περιθώριο. Ο ίδιος μοιάζει με τη Ρήνη, αφού περιφρονεί τόσο την τιμή όσο και το χρήμα, ζει έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις και δίνει αξία στην ευτυχία του ανθρώπου. Είναι άσωτος και ανεύθυνος, αφού σπαταλά την περιουσία του με το χαρτοπαίγνιο και το πιοτό. Παραμένει σε όλο το έργο αδύναμος να αντιμετωπίσει τη γυναίκα του ή να έχει λόγο στο σπίτι και την οικογένειά του. Πέρα όμως από αυτά ο αγαθός και άβουλος Τρίνκουλος αγαπά πραγματικά την κόρη του, κατανοεί το δράμα της, της συμπαραστέκεται με ειλικρίνεια και παρακινεί τη γυναίκα του να της εξασφαλίσει την ευτυχία. Ο πόνος του όταν κλαίει είναι ειλικρινής και τα δάκρυά του πραγματικά. Όταν αναθεματίζει τα τάλαρα, εκφράζει πραγματική περιφρόνηση, αφού ο ίδιος συνειδητοποιεί ότι αποτελούν την αιτία της δυστυχίας των δύο ερωτευμένων νέων.

Βλέπουμε το μέθυσο πατέρα στο έργο να εκφράζει τη σοφία των απλών ανθρώπων του περιθωρίου, που αντιλαμβάνονται την ειρωνεία της ζωής, την κακία των ανθρώπων, την αδικία της εποχής και της κοινωνίας και επιλέγουν να ακολουθούν το μοναχικό δρόμο πέρα από τα καθιερωμένα όρια. Ο Τρίνκουλος παρουσιάζεται να έχει μια στάση παθητική και συμβιβαστική, μια στάση αποδοχής της υφιστάμενης κοινωνικής πραγματικότητας. Ίσως όμως πέρα απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά να εκπροσωπεί το ασυμβίβαστο πνεύμα των ανθρώπων που ζουν το σήμερα και με απαξιωτική αντίληψη δεν υποτάσσονται σε καμιά κοινωνική επιταγή.

Η ΑΦΗΓΗΣΗ

Σε κάθε σκηνή ο αφηγητής, ετεροδιηγητικός και αμέτοχος, δίνει παραστατικά το σκηνικό χώρο, τα πρόσωπα και τις καταστάσεις, τις κινήσεις, τις πράξεις, τους διαλόγους και τη συμπεριφορά των ηρώων. Ο παντογνώστης αφηγητής δε συμμετέχει στα γεγονότα και επιτυγχάνει την αντικειμενικότητα, σύμφωνα με τις αρχές του κοινωνικού ρεαλισμού Η μεταφορά από μια σκηνή σε μια άλλη ακολουθεί τον εμπλουτισμό των χαρακτήρων, το φώτισμα των εσωτερικών καταστάσεων, τη σύγκλιση των γεγονότων και την πορεία της δράσης προς την κορύφωση. Μπορεί έτσι να διατυπωθεί η άποψη ό τι το διήγημα είναι δομημένο στη βάση μιας κλιμακωτής πορείας εξέλιξης. Παρατηρείται μια αυστηρή αλληλουχία των καταστάσεων από την αρχή του διηγήματος ως την τελική του λύση.

Συγκεκριμένα ο Θεοτόκης ακολουθεί αντικειμενική και απρόσωπη αφήγηση με μηδενική εστίαση. Ο συγγραφέας - αφηγητής είναι αμέτοχος στην ιστορία, αφηγείται τα γεγονότα σε γ΄ πρόσωπο και παραμένει αντικειμενικός παρατηρητής και αποστασιοποιημένος από τα όσα διαδραματίζονται. Δεν παρεμβαίνει προσωπικά στα όσα διαδραματίζονται, δεν τα σχολιάζει καθώς τα ίδια τα γεγονότα και οι πράξεις των προσώπων παρουσιάζονται στον αναγνώστη, που καλείται να σχηματίσει ανεπηρέαστος τη δική του γνώμη.

Ο ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Ο χρόνος κυλάει ομαλά, γραμμικά. Ο χρόνος της ιστορίας διαρκεί κάπου οχτώ μήνες, ανάμεσα στο καλοκαίρι και τις απόκριες. Ο χρόνος της αφήγησης ταυτίζεται σχεδόν με το χρόνο της δράσης με αποτέλεσμα τη θεατρικότητα του κειμένου. Δίνεται έτσι η ευχέρεια στον αναγνώστη να απολαύσει τη γρήγορη εξέλιξη και εναλλαγή των γεγονότων. Ο διάλογος αποτελεί τον κυρίαρχο αφηγηματικό τρόπο στα περισσότερα μέρη του διηγήματος, με αποτέλεσμα να αποδίδονται με παραστατικότητα, ζωντάνια και αμεσότητα οι συναισθηματικές εξάρσεις και οι δραματικές εντάσεις.

ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ

Ο Θεοτόκης στο συγκεκριμένο έργο ακολουθεί ξεκάθαρα το ρεύμα του ρεαλισμού τόσο στα αφηγηματικά όσο και στα περιγραφικά και τα διαλογικά μέρη. Ο ρεαλισμός, μια τεχνοτροπία με την οποία αναπαρασταίνεται πιστά και αντικειμενικά η σύγχρονη πραγματικότητα, χωρίς πολλά εκφραστικά στολίδια, χωρίς εξιδανικεύσεις και χωρίς την παρέμβαση του λογοτέχνη, που αποκλείει τα προσωπικά του συναισθήματα, τις κρίσεις και τις δικές του ερμηνείες για τα γεγονότα, είναι εμφανής σε όλο το έργο. Μέσα στο πλαίσιο του ρεαλισμού το περιεχόμενο στρέφεται σε καθημερινά θέματα, που έχουν σχέση με τη ζωή, τον κοινό άνθρωπο και τις κοινές εμπειρίες. Ακραία μορφή του ρεαλισμού είναι ο νατουραλισμός, του οποίου βασική αρχή είναι ότι ο άνθρωπος διαμορφώνεται κάτω από την επίδραση κυρίως του περιβάλλοντος και των περιστάσεων. Αποτέλεσμα των εξωτερικών δυνάμεων που περιορίζουν την ελευθερία του ανθρώπου, των εσωτερικών παρορμήσεων που τον υποβιβάζουν στο επίπεδο των ζώων και των διαθέσεων της στιγμής ή των κληρονομικών παρορμήσεων είναι η ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου.

Η ρεαλιστική γραφή στην Τιμή και το Χρήμα αντικατοπτρίζει την πραγματική όψη των χώρων, των καταστάσεων, των γεγονότων, της συμπεριφοράς των ανθρώπων χωρίς να εξιδανικεύει αλλά παρακολουθώντας την πραγματικότητα. Τέτοια δείγματα ρεαλιστικής γραφής μπορούν να εντοπιστούν στη λεπτομερή περιγραφή του πρωινού ξυπνήματος της σιόρα Επιστήμης και της Ρήνης (σ. 11-13), στην περιγραφή του χώρου, στην περιγραφή του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς του άντρα της (σ. 75).

Παράλληλα, ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης μπλέκει αριστοτεχνικά την αφήγηση, την περιγραφή και το διάλογο σε όλη την έκταση του διηγήματος. Η περιγραφή εστιάζεται κυρίως στις ψυχικές καταστάσεις καθώς τα βασικά πρόσωπα συνειδητοποιούν ως ένα σημείο, έστω και με αφελή τρόπο, ότι οι κοινωνικοί θεσμοί, όπως το χρήμα, είναι η αιτία της δυστυχίας τους. Ο διάλογος είναι κυρίως σύντομος, ζωντανός και φυσικός, κυριαρχεί σε όλο το έργο οδηγώντας σε μεγάλη δραματική ένταση. Φυσικός και αβίαστος φωτίζει το χαρακτήρα και την ψυχολογία των προσώπων και φανερώνει την ένταση των συναισθημάτων τους. Η αμεσότητα της γραφής του Θεοτόκη δημιουργεί μια σκηνή, όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα και ένα θεωρείο απ’ όπου μπορεί ο αναγνώστης να τα παρακολουθήσει.





Πληροφοριακό υλικό από το βιβλίο του καθηγητή του Υπουργείου Παιδείας και πολιτισμού της Κύπρου πηγή http://angitan.blogspot.gr/2011/05/blog-post.html


Η τιμή και το χρήμα
Ο κοινωνικός χαρακτήρας του έργου
«Στην Τιμή και το χρήμα αρχίζει επίσης να φανερώνεται το ενδιαφέρον του συγγραφέα για τις συγκρούσεις μέσα στην κοινωνία — αυτό το γνώρισμα που κάνει τις περισσότερες φορές το χαρακτήρα των έργων του να φαίνεται δραματικός. [...] Ένας γενικός τόνος συναλλαγής απλώνεται σα σκιά πάνω από το βιβλίο. Η ζωή στην ελληνική επαρχία δεν είναι για το Θεοτόκη μήτε ειδυλλιακή μήτε αγνή, οι άνθρωποί της δεν είναι μήτε απλοϊκοί μήτε απονήρευτοι. Ο Θεοτόκης ζωγράφισε την ελληνική επαρχία όπως την είδε, απαλλαγμένος από αυταπάτες, με γνώση και αλήθεια. Όμως, πέρα από το εξωτερικό ηθογραφικό πλαίσιο, υπάρχουν μέσα στην Τιμή και το χρήμα μια ψυχογραφική ικανότητα και μια ψυχογραφική δύναμη που πλάθουν ολόκληρους και ακέραιους ανθρώπους. Τα πρόσωπα του αφηγήματος, υποταγμένα στις απαιτήσεις μιας πλοκής που εξαρτά τη μοίρα τους από το κοινωνικό σύστημα και τη διάρθρωση της κοινωνίας, παρουσιάζονται ωστόσο ζωντανά, πειστικά, αυθύπαρκτα, με καθαρές τις γραμμές και τις ιδιομορφίες της ιδιοσυγκρασίας τους. [...] Η δύναμη του χρήματος μέσα στο βιβλίο παρουσιάζεται καταστροφική, αφού κατορθώνει να υποτάξει τον έρωτα και να συντρίψει την ευτυχία του ανθρώπου. [...] “Ανάθεμά τα τα τάλλαρα!” θα πουν και θα επαναλάβουν με τη σειρά τους όλα σχεδόν τα πρόσωπα του βιβλίου [...], όμως είναι πια αργά. Το χρήμα έχει ήδη ασκήσει τη διαβρωτική επίδρασή του. Όταν ήταν καιρός αυτά τα ίδια τα πρόσωπα δε μπόρεσαν να ξεφύγουν από την κυριαρχία του. Έτσι, η φράση αυτή δε μένει παρά σα μια δραματική επωδός μέσα στο πεζογράφημα, που δυναμώνει την αίσθηση της πίκρας και της αδικίας. Και το δράμα στην ουσία του είναι αυτό: όλοι να υποφέρουν και κανείς τους να μην είναι προσωπικά υπεύθυνος. [...] Οι άνθρωποι για το Θεοτόκη είναι τα μοιραία, ανεύθυνα, θύματα ενός κοινωνικού συστήματος που βασίζεται στην αδικία».

(Α. Σαχίνης, 1958, Το νεοελληνικό μυθιστόρημα, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», σελ. 196-199)

Η λειτουργία των αντιθέσεων
«Το θέμα όμως είναι αυτό ακριβώς που ο συγγραφέας έβαλε για τίτλο στο έργο του: Η τιμή και το χρήμα, ως αντιθετικό ζεύγος εννοιών. Τιμή και χρήμα, ηθική και συμφέρον, αξίες και σκοπιμότητες είναι ένα θέμα διαχρονικό και σταθερά παρόν, με τη μια ή την άλλη συγκεκριμένη μορφή στη ζωή των ανθρώπων, την ατομική ή την κοινωνική. Η επιλογή είναι προσωπική υπόθεση του καθενός. Στη ζυγαριά του Θεοτόκη το βάρος πέφτει στην τιμή και στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Παράλληλα, στο αφήγημα διαπλέκονται και πολλά άλλα θέματα που συναντάμε συχνά στα έργα του Θεοτόκη: η θέση της γυναίκας και η συναφής προς αυτήν αντίληψη περί της τιμής της, η εκτός γάμου ερωτική σχέση και οι συνέπειές της —πάντα εις βάρος της γυναίκας—, η γεμάτη άγχος επιχείρηση του γάμου, η προίκα και το εξευτελιστικό παζάρεμα, η πολιτική διάβρωση, το λαθρεμπόριο, το ρουσφέτι, η γενική παθολογία των θεσμών, η κοινωνική ανισότητα και αδικία. Όλα ενδιαφέροντα για συζήτηση και πάντα επίκαιρα δυστυχώς».

(Κ. Μπαλάσκας, 2001, Ανάγνωση λογοτεχνίας, Αθήνα: Σαββάλας, σελ.70-71)
Το συνειδησιακό σθένος του διλήμματος
«Η νεαρή ηρωίδα, κερδίζοντας την κοινωνική της απελευθέρωση με την αποπομπή του Αντρέα και την έξοδό της στην εργασία, χάνει τη χαρά της ζωής. Η απελευθέρωσή της είναι εσωτερική. Ο εσωτερικός της κόσμος μετασχηματίζεται από την προσωπική της δοκιμασία, ενώ η εξωτερική πραγματικότητα παραμένει αναλλοίωτη. Η ηρωίδα μεταβάλλεται σε πρόσωπο προβληματικό που θα βρεθεί στο τραγικό δίλημμα να εκλέξει ανάμεσα στον έρωτα και την ηθική στάση. Εδώ νομίζω ότι διαφοροποιείται η θέση του Θεοτόκη από το γενικό πλαίσιο των θεωρητικών και πολιτικών ιδεών της εποχής του: στο δίλημμα. Πρόκειται για ένα δίλημμα στο βάθος ελληνικό. Το βλέπουμε, π.χ., στην Αντιγόνη, στη στάση του Σωκράτη στο δικαστήριο, στον Σολωμό των Ελεύθερων Πολιορκημένων, στην ποίηση του Καβάφη, αλλά και στη μεταγενέστερη λογοτεχνία μας. Η ηθική αρχή που διατρέχει όλο το διήγημα έχει τις ρίζες της στο Σολωμό, είναι η συνέχεια του διδάγματός του. Στο πρόσωπο της Ρήνης προβάλλεται μια μορφή ιδανική. Στο σημείο αυτό ακριβώς το κείμενο ξεπερνά την επικαιρότητα της βασικής προβληματικής του».

(Γ.Δ. Παγανός, 2002, Η νεοελληνική πεζογραφία. Θεωρία και πράξη, Θεσσαλονίκη: Κώδικας, σελ. 86)

Υποστηρικτικό υλικό
Αξιόλογες ιστοσελίδες που παρέχουν ερμηνευτικές προσεγγίσεις στο έργο:

Παιδαγωγικό ινστιτούτο Κύπρου Σημειώσεις νεοελληνικής λογοτεχνίας Φωτόδενδρο Πολιτιστικός θησαυρός της ελληνικής γλώσσας






Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Κάτω από τον κρημνόν, οπού βρέχουν τα κύματα, όπου κατέρχεται το μονοπάτι, το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη, οπ... (για να διαβάσετε όλο το διήγημα πατήστε εδώ )




"Το μοιρολόγι της φώκιας": εκπαιδευτική τηλεόραση (δείτε εδώ )
Περίληψη
Η γριά-Λούκαινα,που είναι και η ηρωίδα του διηγήματος παρουσιάζεται να κατηφορίζει μοιρολογώντας ένα μονοπάτι.Είναι φορτωμένη με ρούχα που πρόκειται να πλύνει στη θάλασσα. Είναι μια γυναίκα πραγματικά λυγισμένη, όχι τόσο από το βάρος των ρούχων όσο από το βάρος της ζωής.Η μοίρα την έχει βασανίσει ,έχει χάσει τα πέντε από τα παιδιά της και τον άντρα της, ενώ έχει και δυο αγόρια στην ξενιτιά. Μόνο η κόρη της της έχει απομείνει που όμως και αυτή της δημιουργεί αρκετές υποχρεώσεις.Αρχίζει να πλένει τα ρούχα της, ενώ ένας βοσκός ακούγεται να τραγουδά εκεί κοντά. Μέσα στο λιμάνι φαίνεται μια γολέτα να κάνει βόλτες, ενώ μια φώκια λικνίζεται στο νερό, παρασυρμένη από την ομορφιά του τραγουδιού του βοσκού.Εν τω μεταξύ η Ακριβούλα, η εγγόνα της γριάς-Λούκαινας, περιπλανιέται στον άγριο τόπο ψάχνοντας για τη γιαγιά της. Σε μια στιγμή, και, καθώς το σκοτάδι απλώνεται πνιχτό γύρω της, γλιστράει και πέφτει στη θάλασσα. Κανείς δεν άκουσε την κραυγήτου άμοιρου παιδιού,αφού το τραγούδι του βοσκού κάλυπτε τα πάντα.Αν και ακούστηκε ένας θόρυβος δεν έδωσαν σημασία. Η γριά-Λούκαινα, τελειώνοντας το πλύσιμο των ρούχων της, πήρε το δρόμο της επιστροφής στο σπίτι. Η γολέτα συνέχιζε τις βόλτες της στο λιμάνι και ο βοσκός το τραγούδι του. Μόνο η φώκια που αντιλήφθηκε το κακό, έμεινε να μοιρολογήσει το μικρό κορίτσι. Το μοιρολόι της αυτό, ένας γέρος ψαράς του νησιού που ήξερε τη γλώσσα της φώκιας, το έκανε τραγούδι.

ΤΕΧΝΙΚΗ
Η γλώσσα είναι δημοτική , λόγια με αρχαία και διαλεκτικά στοιχεία.Επίσης επικρατεί μακροπερίοδος λόγος.
Το ύφος είναι γλαφυρό με μεταφορές , ποιητικές εικόνες και στο τέλος εμπλουτίζεται με το μοιρολόγι της φώκιας
αφήγηση-τεχνική
ΑΛΛΑ ΜΕΣΑ ΤΕΧΝΙΚΗΣ
1.Λεπτομερειακή περιγραφή εικόνων
2.Εσωτερικός μονόλογος της γριάς-Λούκαινας: αναμνήσεις της (έμμεσος μονόλογος) , για το Σουραυλή
3.Λογοτεχνικό εύρημα η μοιρολογίστρα Φώκια
4.Αντιθέσεις

ΑΦΗΓΗΣΗ
1.Αφηγηματικός χρόνος : ταυτίζεται με τον πραγματικό(εκτός από τις αναδρομές). Επίσης ισχύει η κανονική χρονολογική σειρά (εκτός των αναδρομών).

2.Αφηγηματική προσήμανση :(με υπαινιγμούς):κοιμητήριο,μοιρολόι,άπνοια,παγίδευση γολέτας.

3.Προοικονομία :παρουσία της Φώκιας

4.Αφηγηματικός τρόπος:σε γ'πρόσωπο(έμμεση αφήγηση), μηδενική εστίαση

To ρεαλιστικό στοιχείο στο διήγημα
Στο συγκεκριμένο διήγημα μπορούμε να εντοπίσουμε την παρουσία των βασικότερων χαρακτηριστικών του ρεαλισμού. Υπάρχει μια τάση προς την αντικειμενικότητα.Συγκεκριμένα ο συγγραφέας μας παρουσιάζει την ιστορία της γριάς-Λούκαινας και τον τραγικό χαμό της εγγονής της, καταγράφοντας τα γεγονότα, όπως συνέβησαν, χωρίς την παρέμβαση δικών του σχολίων και σκέψεων σχετικά με τη δύσκολη ζωή της γερόντισσας. Παρατηρούμε, δηλαδή, μια πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας, η οποία δίνεται με τρόπο αντικειμενικό που επιτρέπει στον αναγνώστη να σχηματίσει τη δική του άποψη, χωρίς ο συγγραφέας να επιχειρεί να τον επηρεάσει συναισθηματικά με τη χρήση φορτισμένης γλώσσας και περιττού μελοδραματισμού (αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν μόνα τους). Μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε τη διάθεση του συγγραφέα να αφήσει ανεπηρέαστο τον αναγνώστη, διαβάζοντας τα γεγονότα που συνθέτουν το παρελθόν της γριάς-Λούκαινας. Η απώλεια των πέντε παιδιών, δίνεται συνοπτικά -σε λίγες μόλις γραμμές- ενώ θα μπορούσε να είχε αποτελέσει μια αναδρομική αφήγηση, με λεπτομερή απόδοση του πόνου της τραγικής μητέρας, φορτίζοντας με ιδιαίτερη συναισθηματική ένταση το κείμενο. Εντούτοις ο Παπαδιαμάντης επιλέγει να αναφερθεί επιγραμματικά στον θάνατο των πέντε παιδιών, αφήνοντας τον αναγνώστη να αισθανθεί και να κατανοήσει μόνος του τι σήμαινε η απώλεια αυτή για τη γριά-Λούκαινα και πόσο την είχε επηρεάσει.

 Η μορφή της γριάς Λούκαινας 
Η γριά Λούκαινα είναι μια φτωχή, ηλικιωμένη γυναίκα που έχει πληρώσει ακριβό τίμημα στο χάρο, αφού έχει ήδη χάσει πέντε από τα παιδιά της, αλλά και τον άντρα της. Τώρα πια ζει κοντά στη μοναδική κόρη που της απέμεινε και κάνει δουλειές γι’ αυτή, ώστε να της είναι χρήσιμη και να μην την επιβαρύνει με την παρουσία της. Η γριά Λούκαινα έχει ακόμη δύο παιδιά, δύο αγόρια, τα οποία όμως έχουν ξενιτευτεί, οπότε η θλίψη για τα παιδιά της που πέθαναν, καθώς και γι’ αυτά που έχουν φύγει, ακολουθεί διαρκώς τη γερόντισσα και την ωθεί στο να συνοδεύει τις εργασίες της μ’ ένα πένθιμο μοιρολόγι. Η ζωή της μοιάζει στιγματισμένη από τα πένθη και τους καημούς, γι’ αυτό και στο άκουσμα του εύθυμου άσματος του βοσκού ενοχλείται και τον θεωρεί κακό οιωνό.

Οι απόψεις του Παπαδιαμάντη
Μέσα από το κείμενο δηλώνεται η κριτική στάση του συγγραφέα απέναντι στην κοινωνία, καθώς μέσα από μια απλή, καθημερινή δραστηριότητα της ηρωίδας του κειμένου (δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνια της εις το κύμα το αλμυρόν), βρίσκει την ευκαιρία να παρουσιάσει τη δύσκολη ζωή της, τονίζοντας τόσο τις τραγικές απώλειες που βίωσε, όσο και τη φτώχεια της, που την αναγκάζει ακόμη και σε μια προχωρημένη ηλικία να εργάζεται σκληρά, προκειμένου να μην αισθάνεται ότι αποτελεί βάρος για την κόρη της, κοντά στην οποία μένει.

Η κατάσταση της Ελλάδας το 1908
Τα δημοσιονομικά ελλείμματα ακολουθούν το νεοελληνικό κράτος από τη γέννησή του. Ελλείμματα το 19ο αιώνα, τον 20ο , τον 21ο !
Oι μισθοί των υπαλλήλων έχουν να αυξηθούν από το 1835! Ο λαός κατηγορεί τον πρωθυπουργό κ. Δ. Γούναρη για …κομπογιαννίτη.
Η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα είναι άσχημη. Οι φτωχοί πολλαπλασιάζονται γρήγορα. Δουλειές δεν υπάρχουν. Η ακτή Τσελέπη του Πειραιά γεμίζει καθημερινά από πολίτες που επιθυμούν να μεταναστεύσουν σε Αμερική και Αυστραλία.
Η κυβέρνηση τότε για να προλάβει κοινωνική έκρηξη καθιερώνει στους αθηναϊκούς δρόμους συσσίτια για τους φτωχούς πολίτες. Δεσποινίδες από τη λεγόμενη Επιτροπή Κυριών μοιράζουν καθημερινά συσσίτιο.Ο φόβος όμως για την στρατιωτική ενδυνάμωση της Τουρκίας γίνεται ορατός με την ανανέωση του στόλου της. Τότε το ελληνικό κράτος αποφασίζει για την «αγορά του αιώνος». Να παραγγείλει αντιτορπιλικά και υποβρύχιο. Για την ανασύνταξη του ελληνικού στόλου φέρνουν τον Γάλλο ναύαρχο Φουρνιέ με μισθό εκατομμυρίων. Άρχισαν τότε διαδηλώσεις και ταραχές στους δρόμους της Αθήνας που μεταφέρθηκαν και στη Βουλή.Τελικά εκδιώκεται ο ναύαρχος Φουρνιέ παρόλο που σχεδίαζε για την Ελλάδα ένα υποβρύχιο τύπου ‘Thon’.Εν το μεταξύ η κοινωνία ακολουθεί το δικό της δρόμο. Νέες τάσεις και συρμοί έρχονται στο νεοελληνικό κράτος.
Ουδείς γνώριζε, φυσικά, στα 1908, τα πολυτάραχα χρόνια που έμελλε να ζήσει ο ελληνισμός, μέσα και έξω από το μικρό τότε νεοελληνικό κράτος…

Η θέση της γυναίκας εκείνη την εποχή
Η δύσκολη ζωή της ηρωίδας(κατέβαινε το βράδυ-βράδυ η γριά-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαν αβασταγήν, διά να πλύνη τα μάλλινα σινδόνια της εις το κύμα το αλμυρόν, είτα να ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν , Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς, το εν μετά το άλλο, προ χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη. Δύο κοράσια και τρία αγόρια, όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταστος.Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της, και της είχον μείνει μόνον δύο υιοί, ξενιτευμένοι τώρα. ο εις είχεν υπάγει, της είπον, εις την Αυστραλίαν, και δεν είχε στείλει γράμμα από τριών ετών. αυτή δεν ήξευρε τι είχεν απογίνει. ο άλλος ο μικρότερος εταξίδευε με τα καράβια εντός της Μεσογείου, και κάποτε την ενθυμείτο ακόμη. )αποτελεί κοινό θέμα και κοινή εμπειρία για τις γυναίκες εκείνης της εποχής, οι οποίες ήταν υποχρεωμένες να εργάζονται αδιάκοπα από την παιδική τους κιόλας ηλικία μέχρι το τέλος της ζωής τους, υπομένοντας την οικονομική ανέχεια και τους πολλαπλούς θανάτους που σημάδευαν τις φτωχές οικογένειες με την ανύπαρκτη ιατρική περίθαλψη. Όσο κι αν η ζωή της γριάς-Λούκαινας μοιάζει εξαιρετικά σκληρή για τα σημερινά δεδομένα, αποτελούσε κοινό τόπο για τις γυναίκες παλαιότερων δεκαετιών, που δε γνώριζαν τίποτε άλλο πέρα από τη συνεχή δουλειά, τον πόνο, την οικονομική εξαθλίωση και τις απώλειες.

ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, Φόνισσα ( διαβάστε όλο το κείμενο εδώ )






Τηλεοπτική μεταφορά του έργου:

1ο μέρος

2ο μέρος

3ο μέρος


Η «Φόνισσα» ως αντικοινωνικό μυθιστόρημα

* Ο Παπαδιαμάντης προσπαθεί να δείξει με το μυθιστόρημά του το αδιέξοδο της κοινωνίας του, να αμφισβητήσει την ιδέα της προόδου και να υποστηρίξει την ιδέα της επιστροφής σε μια πιο αγνή, προκοινωνική συνθήκη

ΜΙΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ «ΦΟΝΙΣΣΑΣ» ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
῾Η «Φόνισσα» τοῦ ᾿Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τό ἀριστούργημα αὐτό τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας, προκάλεσε κατά καιρούς καί κατά τόπους πολλές ἀπορίες καί ἐρωτήματα στούς ἀναγνῶστες-μελετητές της. Πολλές, φυσικά, στάθηκαν καί οἱ ἀπαντήσεις-ἑρμηνεῖες τῆς αἰνιγματικῆς ἐκείνης ἡρωίδας μέ τίς ἀποτρόπαιες πράξεις.
῾Ωστόσο, πρίν προχωρήσω στή δική μου ἐκτίμηση, θά κάνω μιά παρατήρηση πού τή θεωρῶ βασική γιά τό ἔργο τοῦ μεγάλου Σκιαθίτη. ῾Ο Παπαδιαμάντης πιστεύω ὅτι εἶναι ἕνας συγγραφέας ρεαλιστής, πού δουλεύει περισσότερο μέ μνῆμες-ἀναμνήσεις, ἀναπολήσεις καί ἀπηχήσεις γεγονότων, αἰσθημάτων, φημῶν περασμένων. ῾Η συμμετοχή τῆς φαντασίας εἶναι περιορισμένη. ᾿Ασφαλῶς ὅλο τό ὑλικό περνᾶ ἀπό τό φίλτρο τῆς καλλιτεχνικῆς ἰδιοσυστασίας του καί ἀναπλάθεται ἐλεύθερα ἀπό τή δημιουργική του πνοή. Πιθανότατα, λοιπόν, «ἡ θεία Χαδούλα, ἡ κοινῶς καλουμένη Γιαννοῦ ἡ Φράγκισσα» «ἤ ἄλλως Φραγκογιαννοῦ», ὑπῆρξε ἱστορικό πρόσωπο, πού ἔμεινε στό συλλογικό ὑποσυνείδητο τῆς μικρῆς σκιαθίτικης κοινωνίας ὡς ἐφιαλτική ἀνάμνηση, θαμπή κι ἀβέβαιη ἀπό τό χρόνο. Αὐτόν τόν ζοφερό θρύλο τόν ζωντανεύει ὁ Παπαδιαμάντης καί μᾶς τόν παρουσιάζει μέ τόν δικό του ἀνεπανάληπτο τρόπο.
Καί τώρα στά καθέκαστα. «῾Η Χαδούλα (ὅπως δά καί ὅλες οἱ γυναῖκες τοῦ καιροῦ της στό νησί), ὅταν ἦτο παιδίσκη, ὑπηρέτει τούς γονεῖς της. ῞Οταν ὑπανδρεύθη, ἔγινε σκλάβα τοῦ συζύγου της... ῞Οταν ἀπέκτησε τέκνα, ἔγινε δούλα τῶν τέκνων της· ὅταν τά τέκνα της ἀπέκτησαν τέκνα, ἔγινε πάλιν δουλεύτρια τῶν ἐγγόνων της». Μολονότι ἔνιωθε μιά ἀφόρητη καταπίεση, στά καθήκοντά της ἦταν πάντα τυπικά συνεπής. ᾿Εντούτοις δέν ἀνῆκε εἰς «τάς σοφάς γραίας», πού τόσο θαύμαζε ὁ Παπαδιαμάντης. Γι᾿ αὐτό, ὅταν πέρασε στή φάση τῆς ἐγκληματικῆς της δραστηριότητας, δέν ἔφτασε στό ἀποφασιστικό αὐτό σημεῖο ξαφνικά καί ἀνεπίγνωστα. Δέν ἦταν δυνατό νά καταλήξει ἀπό τή μιά στιγμή στήν ἄλλη στή σκληρή ἀπόφαση ν᾿ ἀρχίσει νά πνίγει τά κοριτσάκια πού βρίσκονταν στό δρόμο της μέ πρώτη τήν ἐγγόνα της. Αὐτό, νομίζω, εἶναι ἀναμφισβήτητο.
Διερευνώντας κανείς τό παρελθόν της διαπιστώνει ὅτι ἡ Φραγκογιαννοῦ εἶχε μιά ψυχοσύνθεση εὐεπίφορη πρός τήν αὐτοδικία καί τήν αὐθαιρεσία. ῎Αλλωστε ἡ μάνα της -πού θεωροῦνταν μάγισσα- ἀποκαλοῦσε τήν κόρη της «στριγλίτσα». Πονηρή, ἑτοιμόλογη, ὑποκρίτρια, θεληματική. Δέν θά ἀναφερθῶ σέ λεπτομέρειες, ἀλλά εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ ἐπαναστατική ἰδιοσυγκρασία της τή διαφοροποιοῦσε ἀπό τίς ἄλλες γυναῖκες μέσα στό χῶρο ὅπου κινοῦνταν. ᾿Αγράμματη ὅπως ὅλες ἀλλά ὀρθολογίστρια, σκεπτικίστρια, μέ μιά ὁμόκεντρη περιδίνηση γύρω ἀπό τίς πράγματι δύσκολες ἕως ἄθλιες συνθῆκες τῆς γυναικείας τότε βιοτῆς. ῞Ομως οἱ ἄλλες γυναῖκες, καμιά φορά καί πιό βασανισμένες, ζώντας μέσα στήν ἐκκλησιαστική κοινότητα συνειδητά, ἀντλοῦσαν ἀπ᾿ αὐτήν ἀντοχή καί καρτερία, καθώς ὁπλίζονταν μέ ἀσκητική ὑπομονή καί εἰρήνη. ᾿Αντίθετα ἡ θεία Χαδούλα, ἐπειδή εἶχε ξεκόψει οὐσιαστικά ἀπό τήν ᾿Εκκλησία, ὑπέφερε τά πάθια της αὐτονομημένη καί μονάχη. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ ὑποκριτική ἐξομολόγησή της· «Ποτέ δέν τό εἶχεν εἰπεῖ οὔτε εἰς τόν πνευματικόν της, εἰς τόν ὁποῖον ἄλλως πολύ μικρά πράγματα ἔλεγε». Πῶς, λοιπόν, νά δείξει ἔστω καί κάποια μεγαλοψυχία καί νά βρεῖ κουράγιο στίς δοκιμασίες τοῦ ἀληθινά ταλαίπωρου βίου της; Καθώς ὑπερεῖχε διανοητικά ἀπό τίς ἀθῶες συνοικιώτισσές της, ἕνα βῆμα τή χώριζε ἀπό τήν ἀνεξέλεγκτη καί ἐπικίνδυνη ὑπεροψία καί τήν κατεδαφιστική κριτική.
῎Ετσι, ἐνῶ μές στίς ἀτέλειωτες ὧρες τῆς χειμωνιάτικης νύχτας φύλαγε τή νεογέννητη ἐγγόνα της, ἔκλωθε πικρά τά περιστατικά τῆς ἄχαρης ζωῆς της καί τότε «ἄρχισε πράγματι νά ψηλώνει ὁ νοῦς της». Καί συλλογιζόταν· «Τά κορίτσια εἶναι ἑφτάψυχα. Δυσκόλως ἀρρωστοῦν καί σπανίως πεθαίνουν. Δέν ἔπρεπεν ἡμεῖς ὡς καλοί χριστιανοί νά βοηθῶμεν τό ἔργον τῶν ἀγγέλων;... ᾿Απειράριθμα τά θηλυκά τῆς γειτονιᾶς... Φαίνονται ὡς νά πληθύνωνται ἐπίτηδες, διά νά κολάζουν τούς γονεῖς των ἀπ᾿ αὐτόν τόν κόσμον ἤδη... Καλύτερα νά μή σώνουν νά πᾶνε παραπάνω». ῏Ηταν μιά σειρά ἀπό σκέψεις πού ἀπό καιρό δουλεύονταν καί ὡρίμαζαν μέσα της καί πολλές φορές ἄφηνε νά τῆς ξεφεύγουν σχετικά ὑπονοούμενα. Τήν ὥρα ὅμως ἐκείνη, ἀληθινά σατανοκρατούμενη, ἀκολούθησε τούς ὑποβολιμαίους ἑωσφορικούς συλλογισμούς της ὥς τήν ἔσχατη συνέπεια. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά ἐπιχειρήσει νά διορθώσει ἡ ἴδια τά, κατά τή γνώμη της, κακῶς κείμενα, πνίγοντας τά ἀνυπεράσπιστα κοριτσάκια πού ἔπεσαν στά χέρια της.
῾Η ἑρμηνεία τῆς ἐγκληματικῆς αὐτῆς συμπεριφορᾶς δέν ἐξηγεῖται οὔτε μέ κοινωνικά οὔτε μέ ψυχολογικά κριτήρια. ῾Ο κύρ ᾿Αλέξανδρος βασικά στοχάζεται θεολογικά κι ἄν θέλουμε νά τόν παρακολουθήσουμε, πρέπει ν᾿ ἀκολουθήσουμε κι ἐμεῖς τόν ἴδιο δρόμο. ῾Ο στοχαστικός Παπαδιαμάντης τό ᾿ξερε, τό ᾿ζησε, τό ᾿γραψε· «Σάν νά ᾿χαν ποτέ τελειωμό τά πάθια κι οἱ καημοί τοῦ κόσμου». Πονοῦσε βέβαια καί ὁ ἴδιος, ἀλλά ἐντάσσοντας τίς πίκρες καί τά φαρμάκια στήν προοπτική τῆς σωτηρίας, ἀντικρύζοντας τά πράγματα sub specie aeternitatis, πάντοτε ταπεινός καί ἁπλός, ἀντιστεκόταν στόν πειρασμό τῆς ἀνταρσίας. ῾Η Φραγκογιαννοῦ ἐπέλεξε τή γραμμή τῆς Εὔας πού, παρασύροντας καί τόν ᾿Αδάμ, ἀποφάσισαν νά παρακάμψουν τή μοναδική ἀπαγορευτική θεία ἐντολή. Εὔα καί Φραγκογιαννοῦ μέ τή μυωπική τους ὅραση δέν κατάλαβαν πώς σέ τελευταία ἀνάλυση εἶναι «ὄμορφη ἡ τάξη τοῦ Θεοῦ κι ἄς μήν τήνε χαλάσεις». (Χρησιμοποιῶ τό στίχο τοῦ Στρ. Μυριβήλη ἐλαφρά προσαρμοσμένο στήν περίσταση).
῾Ωστόσο, ὁ εὐαίσθητος, ὁ τρυφερός κύρ ᾿Αλέξανδρος συμπονεῖ τή δυστυχισμένη φόνισσα γιά τήν κατάντια της τήν κοινωνική, τήν ἠθική, τή θρησκευτική. Εἶναι μιά ἔρημη ψυχή πού ἐγκληματεῖ, τραβώντας ὥς τό τέλος τό μονόδρομο τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ καί τῆς ἔπαρσης -ἐδῶ ἑστιάζεται ἡ εὐθύνη της. Τελικά πάντως τήν ἀφήνει νά πνιγεῖ στό φουσκωμένο κύμα, τήν ὥρα πού τήν κυνηγοῦν ἕνας χωροφύλακας, ἕνας ἀγροφύλακας κι ἕνας στρατιώτης, «εἰς τό ἥμισυ τοῦ δρόμου μεταξύ τῆς θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης».                                                                                 ᾿Ι. ᾿Α. Νικολαΐδης



|ΤΟ ΒΗΜΑ Σάββατο 30 Μαρτίου 2002
Ένα από τα γνωρίσματα της κλασικής λογοτεχνίας είναι η ασυμβατότητα ηθικής συνείδησης και δημιουργικής φαντασίας και ενδεχομένως αυτό το γνώρισμα είναι ένας από τους λόγους που καθιστά τη Φόνισσα όχι μόνο ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα αλλά και από τα πιο πολυσυζητημένα πεζογραφικά κείμενα της ελληνικής λογοτεχνίας. Η Φόνισσα προκάλεσε αρκετές προσεγγίσεις αυτοβιογραφικές, ψυχαναλυτικές, ηθικές, αφηγηματολογικές και κοινωνιολογικές, ένδειξη της πολυσημίας ή της αμφισημίας του παπαδιαμαντικού κειμένου. Ενα από τα στοιχεία που συμβάλλουν σε αυτόν τον ερμηνευτικό πλουραλισμό είναι και ο υπότιτλός του «κοινωνικό μυθιστόρημα». Η χρήση αυτού του υποτίτλου θέτει το ερώτημα του πώς εννοεί το κοινωνικό μυθιστόρημα ο Παπαδιαμάντης, γιατί χαρακτηρίζει το κείμενό του με αυτόν τον τρόπο και πώς αυτός ο χαρακτηρισμός συνάδει με την αφηγηματική του δομή. Είναι, εντέλει, η Φραγκογιαννού ένας εωσφορικός χαρακτήρας ή μια κοινωνική ανατροπέας και μια πρώιμη υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών;
Η Φόνισσα είναι μια αφήγηση αναδρομική και αυτό το χαρακτηριστικό συνδέει τον αφηγηματικό της τρόπο με το κοινωνικό όραμα που εκφράζει. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα αντιεξελικτικό που υποβάλλει την άποψη ότι η κοινωνική «πρόοδος» οδηγεί μόνο στην ανισότητα και κατ' επέκταση στο έγκλημα. Ως εκ τούτου, η λύση έγκειται στην επιστροφή σε μια αρχέγονη, φυσική κατάσταση και τους αντίστοιχους νόμους της φύσης. Τούτο δεν σημαίνει ότι η βία ή η ανισότητα θα εξαφανιστούν αλλά προϋποθέτει ότι οι φυσικοί νόμοι είναι προτιμότεροι από τους κοινωνικούς. Το κοινωνικό σύστημα που διαγράφεται στο μυθιστόρημα διαιωνίζει την ανισότητα και η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον παραπέμπει στην επιστροφή στο αρχέγονο παρελθόν.
Ο Παπαδιαμάντης υπονοεί ότι η κοινωνία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματά της και η μόνη διέξοδος είναι ένα είδος δαρβινικής φυσικής επιλογής. Δεν νομίζω ωστόσο ότι αφετηρία του είναι η δαρβινική θεωρία με την οποία μπορεί να ήταν εξοικειωμένος αλλά η απογοήτευσή του από τις τρέχουσες κοινωνικές εξελίξεις της εποχής του, που καταλήγουν στη γυναικεία ανισότητα και στις οικογενειακές αντιθέσεις, ωθώντας όμως τον Παπαδιαμάντη όχι στο να επιδιώξει την κοινωνική αλλαγή αλλά την απόσυρση στο παρελθόν. Στο μυθιστόρημα διακρίνει κανείς τη νοσταλγία για ένα προκοινωνικό στάδιο εγγύτερα στη φύση ενώ η νοσταλγία για τις απαρχές εκφράζεται μέσω της αφηγηματικής αναδίπλωσης και του αναστοχασμού.
Η Φόνισσα, όπως και άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, εκτυλίσσεται σε μια κοινωνία μεταβατική και αντιμέτωπη με τις αστικές και εκσυγχρονιστικές τάσεις. Ο Παπαδιαμάντης δεν κάνει κάποια πρόταση κοινωνικής αναμόρφωσης γιατί η λύση για αυτόν δεν βρίσκεται στο μέλλον αλλά στο παρελθόν, στην επιστροφή σε μια οργανική, φυσική και προκοινωνική κατάσταση. Αυτή η άποψη όμως υποβάλλεται χωρίς να εκφράζεται ρητά στη Φόνισσα. Με τους φόνους η Φραγκογιαννού προσπαθεί να γυρίσει το ρολόι πίσω, να εμποδίσει τα θύματά της να εισέλθουν στην κοινωνία.
Η αντίθεση που εκφράζεται στο μυθιστόρημα προς ορισμένους κοινωνικούς θεσμούς συνδεόμενους με την κεντρική διοίκηση, όπως η αστυνομία και η φορολογία, που εκλαμβάνεται ως υποκατάστατο της ληστείας, υποδηλώνει κάποια προτίμηση προς μορφές τοπικής αυτοδιοίκησης και συνακόλουθα κάποια κλίση προς το παραδοσιακό και το τοπικό παρά προς το νεωτερικό και το αστικό, που με τη σειρά της παραπέμπει στην αντίθεση φύσης και πολιτισμού.
Το μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη προσδίδοντας στη φύση απελευθερωτικό και καθαρτικό ρόλο την πριμοδοτεί σε σχέση με τον πολιτισμό. Η Φραγκογιαννού πιστεύει ότι μέσω της φυσικής επιλογής η κοινωνική ανισότητα και η ανθρώπινη αδυναμία θα αντιμετωπιστούν και θα εξαλειφθούν. Με τη σειρά της η ίδια καταφεύγει στη φύση ενώ ο θάνατός της στη θάλασσα μπορεί αλληγορικά να θεωρηθεί ότι έχει καθαρτικό χαρακτήρα, συνιστώντας ένα είδος απορρόφησης στη φύση.
Το τέλος του μυθιστορήματος έχει ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως και ορισμένοι είδαν στον «φυσικό» θάνατο της Φραγκογιαννούς μια μορφή αναβάπτισης ή αναγέννησης. Αυτές οι ερμηνείες μπορούν να ενταχθούν σε ένα γενικότερο πλαίσιο οδηγώντας μας στο συμπέρασμα ότι η πρωταγωνίστρια επιστρέφει στη φύση και τιμωρείται από τη φύση, που συμβολίζει συνάμα την ελευθερία και τη λύτρωση. Ηθική και δικαιοσύνη δεν εκφράζονται από την κοινωνία αλλά από τη φύση που ταυτίζεται με τον Θεό. Το τέλος της αφήγησης υπηρετεί δηλαδή τον γενικότερο σκοπό της που είναι η αναδρομή στο παρελθόν, στην αθωότητα της παιδικής ηλικίας και τελικά στην αγνότητα της φύσεως. Η παλίρροια του νερού, αναγκαία για έναν πειστικό θάνατο, υποδηλώνει επίσης τη ρυθμική επανάληψη που περιλαμβάνει την περιοδική κάθαρση με την εμβάπτιση στο νερό και την αναγέννηση. Ακόμη και με τον τρόπο που κλείνει το μυθιστόρημα υπογραμμίζεται η αναδρομική υφή της αφήγησης.
Ο Παπαδιαμάντης γενικά προσπαθεί να δείξει με το μυθιστόρημά του το αδιέξοδο της κοινωνίας του, να αμφισβητήσει την ιδέα της προόδου και να υποστηρίξει την ιδέα της επιστροφής σε μια πιο αγνή, προκοινωνική συνθήκη μέσα από την ιδέα της αναδρομής που κυριαρχεί στο κείμενο. Με τους θανάτους των κοριτσιών προκαλεί ένα ισχυρό ταρακούνημα στην κοινωνία, ενώ η βουκολική νοσταλγία για την ειδυλλιακότητα του παρελθόντος, που συναντούμε σε άλλα του διηγήματα, μετασχηματίζεται εδώ σε μια συγκλονιστική αναγνώριση των βίαιων και απελευθερωτικών δυνάμεων που συνυπάρχουν στη φύση.
Με αυτά τα δεδομένα η Φόνισσα μπορεί να χαρακτηριστεί ένα αντικοινωνικό μυθιστόρημα καθώς προσβλέπει στην επιστροφή σε ένα προκοινωνικό και φυσικό στάδιο, ενώ παράλληλα υιοθετεί την ιδέα της ανακύκλησης και της επιστροφής ως αφηγηματικό της τρόπο, δείχνοντας έτσι πόσο στενά συλλειτουργούν το ιδεολογικό με το αφηγηματικό στοιχείο. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με τον αντικοινωνικό αναχωρητισμό του Παπαδιαμάντη, δεν μπορεί όμως να μην παραδεχτεί το πόσο αριστοτεχνικά συνθέτει το μυθιστόρημά του, ώστε αφήγηση και ιδεολογία να αλληλοεξυπηρετούνται.

Ο κ. Δημήτρης Τζιόβας είναι καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Αγγλίας.

Η Φόνισσα είναι το δεύτερο εκτενές διήγημα (νουβέλα) του Παπαδιαμάντη και θεωρείται από πολλούς το αριστούργημα του. Αποτελείται από 17 κεφάλαια και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παναθήναια σε συνέχειες από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο του 1903 έχοντας τον υπότιτλο «κοινωνικόν μυθιστόρημα». Ανήκει στα έργα της προχωρημένης ωριμότητας του Παπαδιαμάντη, της επονομαζόμενης ρεαλιστικής περιόδου του και περικλείει τα πιο γόνιμα στοιχεία της τέχνης του. Το έργο, πέρα από τον επιφανειακό μύθο κρύβει έναν βαθύ κοινωνικό προβληματισμό που δικαιολογεί τον υπότιτλό του. Ο Παπαδιαμάντης με τη Φόνισσα θέλει να παρουσιάσει το πρόβλημα της θέσης και της μοίρας των γυναικών της υπαίθρου στην εποχή του. Έχοντας σαν φόντο την κοινωνία του νησιού του μας δίνει πολλά κοινωνικά και ηθογραφικά στοιχεία της Σκιάθου και κατ’ επέκταση της ελληνικής υπαίθρου. Όμως ο χαρακτήρας του έργου είναι κυρίως ψυχογραφικός: Ο Παπαδιαμάντης μας παρουσιάζει τις σκέψεις και τις πράξεις της Φραγκογιαννούς, μιας ψυχοπαθολογικής προσωπικότητας και επιχειρεί να διεισδύσει στα βάθη της ψυχής της, δίνοντάς μας αριστουργηματικά το χαρακτήρα της και το περιβάλλον μέσα στον οποίο αυτός διαμορφώθηκε.
Στην αρχή του διηγήματος, η ηρωίδα του έργου, η θεία Χαδούλα (Φραγκογιαννού), μια εξηντάχρονη γυναίκα ξενυχτά δίπλα στη νεογέννητη εγγονή της, η οποία είναι βαριά άρρωστη. Η γριά καθώς φροντίζει την εγγονή της, ανατρέχει στο παρελθόν της και συνειδητοποιεί ότι σε όλη τη ζωή της υπηρετούσε τους άλλους: «Ὅταν ἧτο παιδίσκη, ὑπηρέτει τοὺς γονεῖς της. Ὅταν ὑπανδρεύθη, ἔγινε σκλάβα τοῦ συζύγου της - καὶ ὅμως, ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρος της καὶ τῆς ἀδυναμίας ἐκείνου, ἧτο συγχρόνως καὶ κηδεμὼν αὐτοῦ· ὅταν ἀπέκτησε τέκνα, ἔγινε δοῦλα τῶν τέκνων της· ὅταν τὰ τέκνα τῆς ἀπέκτησαν τέκνα, ἔγινε πάλιν δουλεύτρια τῶν ἐγγόνων της.» Η Φραγκογιαννού είναι η κλασσική γυναίκα - θύμα της ανδροκρατούμενης ελληνικής υπαίθρου. Ο γάμος της ήταν αποτέλεσμα της θέλησης των γονιών της, η προίκα της ήταν λίγη, ενώ ο αδελφός της ευνοήθηκε στο μοίρασμα της γονεϊκής περιουσίας. Η θέση της γυναίκας ήταν υποβαθμισμένη. Οι γονείς δεν ήθελαν να αποκτούν κορίτσια, τα οποία θεωρούσαν βάρος, επειδή έπρεπε να τα προικίσουν. Τα κορίτσια μόνο βάσανα θα έφερναν σε μια οικογένεια. Γι’ αυτό θα ήταν καλύτερα να μην γεννιούνται καν. «Ἔτσι τοῦ 'ρχεται τ’ ἀνθρώπου, τὴν ὥρα ποὺ γεννιῶνται, νὰ τὰ καρυδοπνίγη!...» Αυτή η σκέψη έρχεται συνέχεια στο μυαλό της Φραγκογιαννούς, όμως και η ίδια στην αρχή δεν πίστευε ότι θα ήταν ικανή να κάνει ένα τέτοιο έγκλημα. Αρχίζει να αναρωτιέται αν μια τέτοια πράξη θα ήταν θεάρεστη, αφού θα απήλλασσε τα μικρά κορίτσια και τις οικογένειές τους από πολλά βάσανα. Και έτσι φτάνει στην τρέλα και στο έγκλημα: «Τῆς Φραγκογιαννοὺς ἄρχισε πράγματι «νὰ ψηλώνη ὁ νοῦς της». Εἶχε «παραλογίσει» ἐπὶ τέλους. Ἑπόμενον ἧτο, διότι εἶχεν ἐξαρθῆ εἰς ἀνώτερα ζητήματα. Ἔκλινεν ἐπὶ τοῦ λίκνου. Ἔχωσε τοὺς δυὸ μακρούς, σκληροὺς δακτύλους μέσα εἰς τὸ στόμα τοῦ μικροῦ, διὰ νὰ «τὸ σκάση». Κανένας δεν την υποπτεύθηκε γιατί το βρέφος ήταν άρρωστο βαριά, όμως η Φραγκογιαννού ένιωθε πολλές τύψεις. Πήγε στο ερημοκλήσι του Αϊ - Γιάννη, και ζητά ένα σημείο απ’ τον Άγιο ότι εγκρίνει το φόνο που έκανε. Φεύγοντας από εκεί περνά από το σπίτι του Περιβολά, όπου βρίσκει τις δύο κόρες του μόνες. Πιστεύει πως αυτό είναι σημάδι από τον Άγιο ότι επικροτεί τις πράξεις της. Ακολουθεί ο πνιγμός των δύο κοριτσιών του Περιβολά. Και πάλι δεν τραβά τις υποψίες, δείχνοντας μεγάλη ψυχραιμία και ευστροφία. Στη συνέχεια η Φραγκογιαννού γίνεται αυτόπτης μάρτυρας ενός τραγικού ατυχήματος: ένα μικρό κορίτσι πέφτει στο πηγάδι, και η ηρωίδα δεν κάνει κάτι για να το βοηθήσει. Πιστεύει ότι ήταν θέλημα Θεού να πεθάνει για να απαλλάξει από κόπους την οικογένειά της. Αν και δεν ευθύνεται γι’ αυτό τον πνιγμό, η παρουσία της στους τόπους των θανάτων αρχίζει να στρέφει τις υποψίες στο πρόσωπό της. Όταν η αστυνομία την αναζητά για να την ανακρίνει, η Φραγκογιαννού αποφασίζει να φυγοδικήσει. Κατά την αγωνιώδη καταδίωξή της διαπράττει ένα ακόμα έγκλημα και κατευθύνεται προς τον Άγιο - Σώστη, το ερημητήριο του γέροντα παπά - Ακάκιου, για να εξομολογηθεί τις αμαρτίες της και για να βρει τρόπο διαφυγής από το νησί. Στην προσπάθειά της να φτάσει στο εκκλησάκι μπαίνει στον στενόμακρο κόλπο που τον περιστοιχίζει, όταν η παλίρροια ανεβαίνει. Βρισκόταν μόνο μερικά βήματα μακριά από το σκοπό της. «Ἡ γραία Χαδούλα εὗρε τὸν θάνατο εἰς τὸ πέραμα τοῦ Ἁγίου Σώστη, εἰς τὸν λαιμὸν τὸν ἐνώνοντα τὸν βράχον τοῦ ἐρημητηρίου μὲ τὴν ξηράν, εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ δρόμου, μεταξὺ τῆς Θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης.»
Η Φόνισσα είναι ένα δυνατό ψυχογραφικό έργο. Ο Παπαδιαμάντης περιγράφοντας την ψυχολογική εκτροπή της Φραγκογιαννούς καταγγέλλει πρωτίστως την κοινωνική αδικία, που έκανε τη γριά Χαδούλα θύμα και ταυτόχρονα θύτη. Ο συγγραφέας αποφεύγει να κρίνει ανοιχτά την ηρωίδα του. Δεν την οδηγεί στη σύλληψη, την καταδίκη και την τιμωρία, αλλά τα αποτρόπαια εγκλήματά της δεν του επιτρέπουν να την αφήσει ατιμώρητη ή να της δοθεί άφεση αμαρτιών στον Άγιο Σώστη. Γι’ αυτό και τη βάζει να πεθαίνει μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης και μάλιστα από πνιγμό, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο σκότωνε τα θύματά της. Σχετικά με την τεχνική του έργου ο Ν. Μπουγάς (Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (1000 - 1977), εκδόσεις Σταφυλίδη, [Αθήνα], 1977, σ. 862) αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η τεχνική του έργου είναι αντάξια του θέματος με άριστες περιγραφές της φύσης και των προσώπων, θαυμαστά ψυχολογημένη παρουσίαση των ηρώων, κλιμάκωση της εντάσεως, ακόμη και με τα παρέμβλητα επεισόδια του Μούρτου και της Μαρούσας, με τη γλώσσα και το ύφος προσεκτικά δουλεμένα.»


«Η Φόνισσα είμαι εγώ»
* Ποιον να καταδίκαζε ο συγγραφέας Παπαδιαμάντης; Τη Φραγκογιαννού, δηλαδή τον εαυτό του; Για εγκλήματα που δεν έκανε;

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 13/10/2002 00:00
Το μυθιστόρημα που έγραψε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης αποτελεί κατ' ουσίαν την επέκταση της αυτοψυχογραφικής ταύτισης του συγγραφέα με την ηρωίδα του
Η «Φόνισσα» Φραγκογιαννού έχει την ίδια απαισιόδοξη, μηδενιστική βιοθεωρία με τον Παπαδιαμάντη, όπως τη γνωρίζουμε από τη δική του (αυτο)βιογραφία - με τα ίδια περίπου λόγια: «ουδ' εφαντάζετο [το κοριτσάκι-εγγονάκι της Φραγκογιαννούς] πόσους κόπους επροξένει εις τους άλλους, ουδέ πόσα βάσανα έμελλε να υποφέρη, εάν επέζη, και αυτό». Οπως ο πλάστης της Παπαδιαμάντης έτσι και η Φραγκογιαννού είναι (και) άντρας - βιολογικά και κοινωνικά: «ήτο γυνή σχεδόν εξηκοντούτις, καλοκαμωμένη, με αδρούς χαρακτήρας, με ήθος ανδρικόν και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της»· και: «Ως ανήρ [η Φραγκογιαννού!] οφείλει να δώση οικίαν, άμπελον, αγρόν, ελαιώνα, να δανεισθή μετρητά [...]. Ως γυνή πρέπει να κατασκευάση ή να προμηθευθή "προίκα", τουτέστι παράφερνα...». Αλλ' αυτό ακριβώς ήταν το οικογενειακό και προσωπικό πρόβλημα του Παπαδιαμάντη - και αυτό το πρόβλημα προβάλλει στο λογοτεχνικό είδωλό του: το πρόβλημα της προίκας, χωρίς την οποία τα θηλυκά παιδιά στην εποχή και στον τόπο του δεν μπορούσαν να «αποκατασταθούν»· σ' αυτό το «πρόβλημα» θα αναφερθούν και τα τελευταία λόγια της Φραγκογιαννούς, όταν αντίκρισε τον «αγρόν», «οπού της είχον δώσει ως προίκα», «όταν, νεάνιδα, την υπάνδρευσαν και την εκουκούλωσαν και την έκαμαν νύφην οι γονείς της: -Ω! να το προικιό μου, είπε». Από τα ιστορικά έγγραφα, που παρουσίασε ο Γ. Βλαχογιάννης (1938), γνωρίζουμε τις τρομερές κοινωνικές στρεβλώσεις, που επέφερε, από τις αρχές ήδη του 19ου αιώνα, στον τόπο του Παπαδιαμάντη το οικονομικό, κατ' αρχήν, πρόβλημα της προικοδότησης των θηλυκών παιδιών στις φτωχές αγροτικές οικογένειες: «... απάνθρωπος μισοτεκνία των γονέων προς τα θηλυκά, απαραδειγμάτιστος καταφρόνησις των αρσενικών τέκνων προς τους γονείς διά την προς αυτά γινομένην αδικίαν και τα καθ' ημέραν συμβαίνοντα φρικτά παρανομήματα [...]. Αι μυστικαί βρεφοκτονίαι των θηλυκών...». Στη θέση ακριβώς της Φραγκογιαννούς βρισκόταν και ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, όταν έγραφε στο γενέθλιο νησί του τη «Φόνισσα» (1902): Μετά τον θάνατο του πατέρα (1895) και της μητέρας του (1900) βρισκόταν μπροστά στο ίδιο, κι' ακόμα οξύτερο, μ' αυτήν πρόβλημα: Ενώ αυτή είχε να «αποκαταστήσει», προικίζοντάς την, τη μεγαλύτερη κόρη της, την Αμέρσα, ο Παπαδιαμάντης είχε μείνει με τρεις αδελφές γεροντοκόρες και έπρεπε να είναι γι' αυτές, όπως η Φραγκογιαννού, πατέρας («ως ανήρ») και μάνα («ως γυνή»). Σύμφωνα με τον άγραφο νόμο του τόπου και της εποχής του, όσο δε βρισκόταν γαμπρός για τις άπροικες αδελφές του, ο Παπαδιαμάντης ήταν υποχρεωμένος, από τα νιάτα του, να μείνει και ο ίδιος, θέλοντας και μη, «εργένης», καταπιέζοντας, ταυτόχρονα, κάθε επιθυμία του για μια «νόμιμη» ικανοποίηση του ερωτισμού του, για μια «νόμιμη» σχέση με το άλλο φύλο - καταπίεση, που του άφηνε μόνο το υποκατάστατο των ερωτικών φαντασιώσεων, όπως εκδηλώνονται σε μερικά διηγήματά του. Ο Παπαδιαμάντης δεν αγνοεί, βέβαια, τον κοινωνικό χαρακτήρα του προβλήματος - αντίθετα, τον υποδηλώνει στον υπότιτλο του έργου του: «κοινωνικόν μυθιστόρημα»· αυτό όμως το κοινωνικό πρόβλημα το μεταγράφει ως ατομικό (του) ψυχολογικό - και «μεταφυσικό» πρόβλημα. Αντίθετα λοιπόν απ' ό,τι υποθέτει μια «φεμινιστική» παρερμηνεία της «Φόνισσας», ο Παπαδιαμάντης δεν υπερασπίζεται στο έργο του αυτό κανένα «γυναικείο ζήτημα» - ο Παπαδιαμάντης ήταν, αποδεδειγμένα, μισογύνης. Οπως και στα άλλα «αυτοβιογραφικά» του διηγήματα, έτσι και στη «Φόνισσα» η τεχνική της αφήγησης στηρίζεται στην ψυχολογική διαδικασία της ανάμνησης· στην περίπτωση της Φραγκογιαννούς η τεχνική αυτή ισοδυναμεί με την ψυχαναλυτική τεχνική της (αυτο)ανάλυσης: «Εις εικόνας, εις σκηνάς και εις οράματα της είχεν επανέλθει εις τον νουν όλος ο βίος της, ο ανωφελής και μάταιος και βαρύς». Και το ευρηματικό τέλος του έργου προσφέρει ένα επιπλέον, το σημαντικότερο ίσως, κλειδί για την αυτοψυχογραφική ταύτιση του κύριου προσώπου με τον συγγραφέα του: Η γραία Χαδούλα, η Φραγκογιαννού, δε συλλαμβάνεται από τους χωροφύλακες, που την καταδιώκουν· πεθαίνει, πνίγεται, κάπου «μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης». Ποιον να καταδίκαζε ο συγγραφέας Παπαδιαμάντης; Τη Φραγκογιαννού, δηλαδή τον εαυτό του; Για εγκλήματα που δεν έκανε; Μ' όλα τα παραπάνω δεδομένα, θα μπορούσαμε να δεχτούμε τον εύστοχο παραλληλισμό του Παπαδιαμάντη με το Flaubert από το Μ. Χαλβατζάκη (1977): Οπως ο κορυφαίος γάλλος μυθιστοριογράφος του 19ου αιώνα για τη «Madame Bovary» του, έτσι και ο φτωχός έλληνας «συγγενής» του θα μπορούσε να πει για το δημιούργημά του: «Η Φόνισσα είμαι εγώ!»
Ο κ. Γιώργος Βελουδής είναι καθηγητής Νεοελληνικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.


Ιδού λοιπόν μια απωθητική αλλά θεληματική γερόντισσα που στα τέλη του βίου της, αποφασίζει να διακινδυνεύσει όχι μόνο τη ζωή της για έναν σκοπό που ξεπερνάει τις βιοτικές ανάγκες του καθενός, αλλά την ίδια τη σωτηρία της ψυχής της. Εδώ, κατά τη γνώμη μου, έγκειται η μοναδικότητα αυτού του «κορυφαίου κειμένου» της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Το γεγονός ότι η Φόνισσα, αφού συγκεφαλαιώσει μέσα της το νόημα της υπηρεσίας, αποφασίζει να δράσει, να επέμβει στον κόσμο της κοινότητας, καταδεικνύει μιαν ασυνείδητη μεν, πλην αντιχριστιανική στάση, που σέρνει τις ρίζες της στην ιδιάζουσα οικογενειακή της παράδοση. Το μυθιστόρημα άλλωστε αρχίζει με μιαν αναδρομή στο κυνηγητό της μάνας και τελειώνει με το κυνηγητό της κόρης. Εδώ όπως και παντού στον Παπαδιαμάντη, το άτομο δεν υφίσταται αφ’ εαυτού, αλλά μόνο διά της γενεολογίας του. Εξ οὗ και το κράτος της αμαρτίας.
[88] Kόρη μάγισσας, η Φραγκογιαννού είναι γιάτρισσα, διαιωνίζει δηλαδή μία από τις τεχνικές της μαγείας. Πρόγονος της επιστήμης, η μαγεία έχει να κάνει με τη βελτίωση του εδώ και του τώρα, τη μεταμόρφωση του δεδομένου. Ο χριστιανός αντιθέτως αδιαφορεί για τη βελτίωση των πραγμάτων. Υπομένει και ελπίζει. Η υπομονή και η ελπίδα έχουν τη μορφή της υπηρεσίας. Kαί η υπηρεσία, καλώς ή κακώς, είναι το μόνο αντίδοτο στο επώδυνο αίσθημα της μόνιμης ανεπάρκειας μέσα στην οποία ζει η κοινότητα. Άρα κάθε πράξη που αποσκοπεί στη θεραπεία της ανεπάρκειας είναι ουσιαστικώς αντιχριστιανική, διότι προϋποθέτει την άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών του ατόμου.
Διά των φονικών της πράξεων, η παιδοκτόνος θέτει σε αμφισβήτηση την έννοια της υπηρεσίας και συνεπώς το χριστιανικό σύμπαν. Kαί διά της ηδονικής αυτής αμφισβητήσεως, διανοίγεται ο ορίζοντας μιας αυθεντικής ατομικότητας που επιδιώκει την προσωπική ελευθερία μέσω της ριζικής αρνήσεως του δεδομένου κόσμου.
Η κοινότητα είναι ο οργανωμένος κόσμος που μας δίνεται ανεξαρτήτως της θελήσεώς μας. Είναι δηλαδή η οργανωμένη επέκταση της οικογένειας, το χώμα, το αίμα και η φυλή. Το Εγώ και ο Αλλος είναι καθ’ όλα ομόχρονοι. Τίποτε δεν έρχεται να διαταράξει την αιώνια συζυγία τους. Από αυτήν την κοινότητα του κυκλικού χρόνου, η οποία την εποχή κιόλας του Παπαδιαμάντη αποτελούσε φθίνον παρελθόν, [89] έπρεπε να προκύψουν οργανικά τα νέα προβλήματα που θα αντιμετώπιζε ο Νεοέλληνας ως προς τον εαυτό του και ως προς τον άλλον. Οργανικά και όχι μιμητικά, όπως τονίζει ο K. Παπαγιώργης στην ωραία μονογραφία του για τον Παπαδιαμάντη (Kαστανιώτης 1997). Μέσα από τα όρια του «Kοινωνικού μυθιστορήματος», μεγαλειώδης ειρωνεία του Σκιαθίτη προς κάθε μέλλοντα χρόνο, το ερώτημα της ανθρώπινης φύσης υποβάλλεται στη βάσανο των κοινωνικών συνθηκών και οι κοινωνικές συνθήκες αποδεικνύονται ανενεργοί. Ξεπηδάει όμως απροσδόκητα όλο το μυστήριο της ανθρώπινης ελευθερίας. Αν η κοινότητα πέφτει μικρή μπροστά σ’ αυτήν την αποκάλυψη, η συμβατική κοινωνία δεν έχει να προτάξει τίποτε περισσότερο από διαδικασίες. Έτσι ασυνειδητοποίητη, η Φόνισσα παραμένει σκιερή, αδιάφανη, θαμπή όπως ακριβώς η αδυσώπητη ύπαρξη του κακού που είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να διακριθεί από την ελευθερία της ανθρώπινης επιθυμίας. «Ω, να το προικιό μου!», είναι οι τελευταίες λέξεις τη Φραγκογιαννούς. Λέξεις πολυσήμαντες και γι’ αυτό ανοιχτές προς πάσαν κατεύθυνση.
Α Ζέρβας Καθημερινή 18/02/2001